EΕ – Mercosur: Η συμφωνία που διχάζει την Ευρώπη και αναδιατάσσει τον παγκόσμιο χάρτη ισχύος

EΕ – Mercosur: Η συμφωνία που διχάζει την Ευρώπη και αναδιατάσσει τον παγκόσμιο χάρτη ισχύος
*ΤΑ ΑΡΘΡΑ ΕΚΦΡΑΖΟΥΝ ΤΙΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ ΤΟΥΣ

Η απόφαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης να προχωρήσει στη σύναψη της εμπορικής συμφωνίας με τη Mercosur δεν ήταν ούτε τεχνική ούτε ουδέτερη. Ήταν βαθιά πολιτική, γεωπολιτική και στρατηγική. Έπειτα από σχεδόν 25 χρόνια διαπραγματεύσεων, αλλεπάλληλων ναυαγίων και εσωτερικών αντιστάσεων, οι «27» επέλεξαν να πουν ένα δύσκολο «ναι», γνωρίζοντας ότι αυτό το «ναι» θα άνοιγε περισσότερα μέτωπα από όσα θα έκλεινε.

Η συμφωνία δημιουργεί μια ζώνη ελεύθερου εμπορίου που καλύπτει περισσότερους από 700 εκατομμύρια πολίτες, συνδέοντας την ευρωπαϊκή ενιαία αγορά με τις οικονομίες της Αργεντινής, της Βραζιλίας, της Παραγουάης και της Ουρουγουάης. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη εμπορική συμφωνία που έχει συνάψει ποτέ η Ευρωπαϊκή Ένωση, τόσο σε πληθυσμιακούς όσο και σε οικονομικούς όρους. Όμως το πραγματικό της βάρος δεν βρίσκεται στα μεγέθη. Βρίσκεται στο πολιτικό μήνυμα που εκπέμπει σε έναν κόσμο όπου το ελεύθερο εμπόριο δεν θεωρείται πλέον δεδομένο, αλλά αμφισβητείται ανοιχτά από μεγάλες δυνάμεις.

Η χρονική συγκυρία είναι απολύτως ενδεικτική. Η Ευρώπη εγκρίνει τη συμφωνία με τη Mercosur σε μια περίοδο κατά την οποία η διεθνής τάξη βασισμένη σε κανόνες δοκιμάζεται όσο ποτέ άλλοτε μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο, η επαναφορά των δασμών ως βασικού εργαλείου εξωτερικής πολιτικής και η ανοιχτή περιφρόνηση προς τους πολυμερείς θεσμούς ανάγκασαν την Ε.Ε. να επανεξετάσει τη θέση της στον παγκόσμιο οικονομικό χάρτη. Εκεί όπου κάποτε κυριαρχούσε η πεποίθηση ότι η οικονομική αλληλεξάρτηση λειτουργεί αποτρεπτικά έναντι των συγκρούσεων, σήμερα επικρατεί η συνειδητοποίηση ότι η αλληλεξάρτηση μπορεί να μετατραπεί σε όπλο.

Όταν το «ναι» δεν ήταν αυτονόητο

25 χρόνια διαπραγματεύσεων και το πολιτικό ρίσκο  

Οι συνομιλίες μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Mercosur ξεκίνησαν στα τέλη της δεκαετίας του 1990, σε μια εντελώς διαφορετική διεθνή συγκυρία. Τότε, η παγκοσμιοποίηση θεωρούνταν σχεδόν μονόδρομος και η επέκταση των ελεύθερων αγορών αντιμετωπιζόταν ως συνώνυμο της ανάπτυξης. Ωστόσο, οι διαπραγματεύσεις προχώρησαν αργά και βασανιστικά. Περιβαλλοντικές ανησυχίες, αγροτικές ευαισθησίες και πολιτικές αλλαγές στη Λατινική Αμερική πάγωσαν επανειλημμένα τη διαδικασία.

Το 2019 επετεύχθη μια πολιτική συμφωνία επί της αρχής, η οποία όμως μπλόκαρε σχεδόν αμέσως. Οι πολιτικές του Ζαΐρ Μπολσονάρου στη Βραζιλία, ιδίως σε ό,τι αφορά την αποψίλωση του Αμαζονίου, προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Η συμφωνία θεωρήθηκε ασύμβατη με τις κλιματικές δεσμεύσεις της Ε.Ε. και τέθηκε ουσιαστικά στο ράφι.

Η δυναμική άλλαξε εκ νέου την περίοδο 2024–2025. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και οι χώρες της Mercosur διαπραγματεύτηκαν ένα πρόσθετο νομικό πλαίσιο με ρήτρες για τα εργασιακά δικαιώματα, τα ανθρώπινα δικαιώματα και το περιβάλλον. Παράλληλα, η διεθνής συγκυρία λειτούργησε ως επιταχυντής. Οι εμπορικοί πόλεμοι, οι αμερικανικοί δασμοί και η αυξανόμενη αβεβαιότητα γύρω από τις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού κατέστησαν σαφές ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να παραμείνει θεατής.

Η τελική έγκριση ήρθε με ειδική πλειοψηφία, παρά την αντίθεση μιας ομάδας κρατών-μελών. Η Γαλλία, η Πολωνία, η Αυστρία, η Ιρλανδία και η Ουγγαρία ψήφισαν κατά, ενώ το Βέλγιο επέλεξε την αποχή. Το κρίσιμο βάρος έγειρε από τη στάση της Ιταλίας, η οποία, μετά από διαπραγματεύσεις της τελευταίας στιγμής, παρείχε τη στήριξή της, εξασφαλίζοντας πρόσθετες εγγυήσεις για τον αγροτικό τομέα.

Το τέλος της αθώας παγκοσμιοποίησης

Πώς η Ευρώπη περνά από το free trade στην οικονομική ασφάλεια

Η συμφωνία με τη Mercosur δεν μπορεί να αποσπαστεί από τη βαθύτερη μετατόπιση της ευρωπαϊκής σκέψης γύρω από το εμπόριο. Τα τελευταία χρόνια, η Ευρωπαϊκή Ένωση υιοθετεί σταδιακά μια νέα προσέγγιση, που συχνά περιγράφεται ως «οικονομική ασφάλεια». Πρόκειται για μια προσπάθεια να εξισορροπηθεί το άνοιγμα των αγορών με τη μείωση κρίσιμων εξαρτήσεων και την προστασία στρατηγικών τομέων.

Ευρωπαϊκά think tanks, όπως το Bruegel, έχουν επισημάνει ότι η εποχή της ανεπιφύλακτης παγκοσμιοποίησης έχει τελειώσει. Η εξάρτηση της Ε.Ε. από τρίτες χώρες για κρίσιμες πρώτες ύλες, τεχνολογίες και ενεργειακούς πόρους έχει αναδειχθεί σε στρατηγικό κίνδυνο. Η εμπειρία της πανδημίας, ο πόλεμος στην Ουκρανία και οι εμπορικές πιέσεις από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα κατέστησαν σαφές ότι η οικονομική ισχύς μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο εξαναγκασμού.

Σε αυτό το περιβάλλον, οι συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου αποκτούν νέο νόημα. Δεν αποτελούν πλέον απλώς μηχανισμούς αύξησης των εξαγωγών, αλλά εργαλεία διαφοροποίησης, ανθεκτικότητας και γεωπολιτικής τοποθέτησης. Η Mercosur, με τον πλούτο σε πρώτες ύλες, την αγροτική της παραγωγή και το δημογραφικό της μέγεθος, προσφέρει στην Ευρώπη μια εναλλακτική σε έναν κόσμο όπου οι παραδοσιακές συμμαχίες δεν είναι πλέον αυτονόητες.

Trump, δασμοί και η επιστροφή του οικονομικού εξαναγκασμού

Γιατί η Ουάσιγκτον επιτάχυνε αντί να φρενάρει τη συμφωνία

Η ειρωνεία είναι ότι η πιο ισχυρή ώθηση προς την ολοκλήρωση της συμφωνίας ΕΕ–Mercosur δεν προήλθε από τη Λατινική Αμερική, αλλά από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ, με έμφαση στους δασμούς, τη μονομερή δράση και τη ρητορική περί «γειτονιών» και σφαιρών επιρροής, λειτούργησε ως αφύπνιση για την Ευρώπη.

Οι αμερικανικοί δασμοί σε ευρωπαϊκά προϊόντα, οι απειλές για αντίποινα λόγω της ευρωπαϊκής ψηφιακής ρύθμισης και η ανοιχτή αμφισβήτηση της αξίας των διεθνών εμπορικών κανόνων δημιούργησαν ένα περιβάλλον ανασφάλειας. Η Ευρώπη συνειδητοποίησε ότι δεν μπορεί να βασίζεται σε μια διατλαντική σχέση που θεωρούσε δεδομένη επί δεκαετίες.

Σε αυτό το πλαίσιο, η Mercosur εμφανίστηκε ως στρατηγική διέξοδος. Μια συμφωνία που στέλνει το μήνυμα ότι, ακόμη και σε έναν κατακερματισμένο κόσμο, η Ευρώπη παραμένει προσηλωμένη στο εμπόριο με κανόνες και συνεργασίες, αντί για εκβιασμούς και τετελεσμένα.

Οι δρόμοι του Παρισιού φλέγονται

Γιατί η Mercosur έγινε πολιτική βόμβα στη Γαλλία

Αν η συμφωνία ΕΕ–Mercosur αποκάλυψε κάτι με ωμό τρόπο, αυτό είναι το χάσμα ανάμεσα στη στρατηγική λογική των Βρυξελλών και την πολιτική πραγματικότητα σε ορισμένα κράτη-μέλη. Στη Γαλλία, το χάσμα αυτό πήρε κυριολεκτικά υλική μορφή. Τρακτέρ γύρω από την Αψίδα του Θριάμβου, μπλόκα στους δρόμους του Παρισιού και μια οργισμένη αγροτική βάση που είδε στη Mercosur όχι μια μακρινή γεωπολιτική επιλογή, αλλά μια άμεση απειλή για την επιβίωσή της.

Η αντίθεση στη συμφωνία ένωσε σχεδόν όλο το γαλλικό πολιτικό φάσμα. Από την ακροδεξιά της Μαρίν Λεπέν μέχρι τη ριζοσπαστική Αριστερά, το αφήγημα ήταν κοινό: η Ευρώπη «θυσιάζει» τη γαλλική γεωργία στον βωμό του ελεύθερου εμπορίου. Για τον Εμανουέλ Μακρόν, η κατάσταση ήταν πολιτικά ασφυκτική. Από τη μία, δεν μπορούσε να στηρίξει ανοιχτά μια συμφωνία που ήταν βαθιά αντιδημοφιλής στο εσωτερικό. Από την άλλη, δεν κατάφερε να συγκροτήσει την απαιτούμενη μειοψηφία για να την μπλοκάρει σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Η αποτυχία αυτή δεν ήταν μόνο προσωπική ή κυβερνητική. Ανέδειξε τη σχετική υποχώρηση της γαλλικής επιρροής στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Για δεκαετίες, το Παρίσι είχε τη φήμη ότι μπορούσε να σταματήσει ή να καθοδηγήσει μεγάλες ευρωπαϊκές αποφάσεις, ιδίως σε ζητήματα που άγγιζαν τον αγροτικό τομέα. Στην περίπτωση της Mercosur, αυτή η φήμη δεν επιβεβαιώθηκε. Και αυτό εξηγεί γιατί η συμφωνία θα συνεχίσει να στοιχειώνει τη γαλλική πολιτική σκηνή πολύ πέρα από την τυπική της υπογραφή.

Αγρο-αποκάλυψη ή πολιτικός μύθος;

Τι λένε πραγματικά οι αριθμοί πίσω από τους φόβους

Πίσω από την ένταση και τη ρητορική, ωστόσο, υπάρχει μια πραγματικότητα που σπάνια αποτυπώνεται στους δρόμους ή στα συνθήματα. Οι ποσοτικοί όροι της συμφωνίας δείχνουν ότι η απειλή για την ευρωπαϊκή γεωργία είναι σαφώς πιο περιορισμένη απ’ ό,τι παρουσιάζεται.

Στο πιο ευαίσθητο προϊόν, το βοδινό κρέας, η συμφωνία προβλέπει συγκεκριμένες ποσοστώσεις για τις εισαγωγές από τις χώρες της Mercosur. Οι ποσότητες αυτές αντιστοιχούν περίπου στο 1,5% της συνολικής ετήσιας παραγωγής βοδινού στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Με άλλα λόγια, ακόμη και αν οι ποσοστώσεις αξιοποιηθούν πλήρως, δεν πρόκειται για πλημμυρίδα νοτιοαμερικανικού κρέατος που θα εκτοπίσει μαζικά την ευρωπαϊκή παραγωγή.

Αντίστοιχα περιορισμένες είναι οι ποσοστώσεις για τα πουλερικά, όπου οι πρόσθετες εισαγωγές αντιστοιχούν περίπου στο 1,3% της ευρωπαϊκής παραγωγής. Για προϊόντα όπως η ζάχαρη, τα αυγά και ορισμένα εσπεριδοειδή, προβλέπονται επίσης ανώτατα όρια, σχεδιασμένα ώστε να αποτρέπουν αιφνίδιες διαταραχές της αγοράς.

Πέρα από τις ποσοστώσεις, η συμφωνία περιλαμβάνει και έναν μηχανισμό «ρήτρας ασφαλείας». Εάν διαπιστωθεί ότι οι εισαγωγές αυξάνονται απότομα ή ότι οι τιμές συγκεκριμένων προϊόντων πέφτουν περισσότερο από ένα προκαθορισμένο όριο σε σχέση με τον μέσο όρο των προηγούμενων ετών, η Ευρωπαϊκή Ένωση διατηρεί το δικαίωμα να αναστείλει προσωρινά τις δασμολογικές παραχωρήσεις. Πρόκειται για έναν μηχανισμό που έχει σχεδιαστεί ακριβώς για να κατευνάσει τους φόβους των αγροτών και να λειτουργήσει ως δικλείδα ασφαλείας σε περίπτωση απρόβλεπτων εξελίξεων.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αναγνωρίζοντας ότι οι αριθμοί από μόνοι τους δεν αρκούν για να κατευνάσουν τις πολιτικές εντάσεις, προχώρησε και σε οικονομικές παραχωρήσεις. Η υπόσχεση για πρόωρη πρόσβαση των αγροτών σε περίπου 45 δισεκατομμύρια ευρώ κοινοτικής στήριξης από τον επόμενο πολυετή προϋπολογισμό αποτέλεσε κρίσιμο στοιχείο για την εξασφάλιση της ιταλικής στήριξης και, τελικά, της ειδικής πλειοψηφίας.

Όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι οι ανησυχίες των αγροτών είναι αβάσιμες. Σημαίνουν, όμως, ότι η εικόνα μιας ανεξέλεγκτης «αγρο-αποκάλυψης» δεν επιβεβαιώνεται από τα ίδια τα δεδομένα της συμφωνίας.

Ο Αμαζόνιος στο επίκεντρο

Περισσότερο βοδινό για την Ευρώπη σημαίνει λιγότερο δάσος για τον πλανήτη;

Εκεί όπου η συζήτηση αποκτά πραγματικά παγκόσμια διάσταση είναι στο περιβαλλοντικό σκέλος της συμφωνίας. Ο Αμαζόνιος δεν είναι απλώς ένα περιφερειακό οικοσύστημα. Είναι ένας από τους βασικούς ρυθμιστές του παγκόσμιου κλίματος. Και η κτηνοτροφία, ιδίως στη Βραζιλία, συνδέεται ιστορικά με την αποψίλωση τεράστιων εκτάσεων δάσους.

Η κριτική που ασκήθηκε στη συμφωνία ήταν σφοδρή και, σε μεγάλο βαθμό, δικαιολογημένη. Πολλοί φοβούνται ότι η αυξημένη πρόσβαση των προϊόντων της Mercosur στην ευρωπαϊκή αγορά θα δημιουργήσει ισχυρότερο οικονομικό κίνητρο για την επέκταση των βοσκοτόπων εις βάρος του δάσους. Η εικόνα είναι απλή και πολιτικά ισχυρή: περισσότερο κρέας για την Ευρώπη, λιγότερα δέντρα για τον πλανήτη.

Η απάντηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε αυτή την κριτική ήταν η ενσωμάτωση αυστηρότερων περιβαλλοντικών δεσμεύσεων. Η συμφωνία περιλαμβάνει ρητές αναφορές στη Συμφωνία του Παρισιού και δεσμεύσεις για την καταπολέμηση της παράνομης αποψίλωσης. Επιπλέον, προβλέπονται μηχανισμοί παρακολούθησης και διαλόγου που επιτρέπουν στην Ε.Ε. να εγείρει ζητήματα συμμόρφωσης.

Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι τι γράφει το κείμενο, αλλά πώς θα εφαρμοστεί. Η ιστορία των διεθνών περιβαλλοντικών δεσμεύσεων δείχνει ότι χωρίς πολιτική βούληση και ουσιαστικούς μηχανισμούς επιβολής, οι ρήτρες κινδυνεύουν να παραμείνουν γράμμα κενό. Για την Ευρώπη, η Mercosur αποτελεί τεστ αξιοπιστίας. Αν δεν μπορέσει να επιβάλει στην πράξη τα περιβαλλοντικά της στάνταρ σε μια τόσο εμβληματική συμφωνία, τότε το αφήγημα της «πράσινης ηγεσίας» θα δεχθεί σοβαρό πλήγμα.

Πράσινες ρήτρες ή πράσινο άλλοθι;

Το μεγάλο στοίχημα της εφαρμογής

Αυτό ακριβώς είναι το σημείο στο οποίο συγκρούονται δύο διαφορετικές αναγνώσεις της συμφωνίας. Για τους υποστηρικτές της, η Mercosur δίνει στην Ευρώπη επιρροή. Της επιτρέπει να μεταφέρει τα δικά της περιβαλλοντικά πρότυπα πέρα από τα σύνορά της, χρησιμοποιώντας την πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά ως μοχλό πίεσης. Για τους επικριτές, αντίθετα, η συμφωνία κινδυνεύει να λειτουργήσει ως πράσινο άλλοθι, καλύπτοντας με νομικές διατυπώσεις μια πραγματικότητα που δύσκολα αλλάζει επί του εδάφους.

Η αλήθεια, πιθανότατα, βρίσκεται κάπου στη μέση. Η Mercosur δεν θα σώσει τον Αμαζόνιο. Μπορεί όμως να δημιουργήσει ένα πλαίσιο στο οποίο η Ευρώπη έχει περισσότερα εργαλεία επιρροής απ’ ό,τι θα είχε αν επέλεγε την απομόνωση ή το αδιέξοδο. Το αν αυτά τα εργαλεία θα χρησιμοποιηθούν, είναι καθαρά πολιτικό ζήτημα.

Η Λατινική Αμερική ανάμεσα σε τρεις κόσμους

Ευρώπη, Κίνα και Ηνωμένες Πολιτείες σε έναν νέο αγώνα επιρροής

Η συμφωνία ΕΕ–Mercosur δεν μπορεί να κατανοηθεί πλήρως αν δεν ενταχθεί στο ευρύτερο γεωπολιτικό περιβάλλον της Λατινικής Αμερικής. Για περισσότερο από μία δεκαετία, η περιοχή αποτέλεσε πεδίο αυξανόμενης κινεζικής επιρροής. Η Κίνα εξελίχθηκε στον μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο χωρών όπως η Βραζιλία και η Αργεντινή, χρηματοδοτώντας λιμάνια, ενεργειακά έργα και κρίσιμες υποδομές, ενώ περισσότερες από είκοσι χώρες της περιοχής έχουν ενταχθεί στην Πρωτοβουλία «Ζώνη και Δρόμος».

Την ίδια στιγμή, οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετώπισαν τη Λατινική Αμερική όλο και περισσότερο μέσα από το πρίσμα της ασφάλειας και της σφαίρας επιρροής, ιδίως μετά την επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία. Η ρητορική περί «γειτονιάς» που πρέπει να ελέγχεται, οι απειλές για μονομερείς παρεμβάσεις και η εμμονή στον εξαναγκασμό αντί στη συνεργασία δημιούργησαν ένταση και αβεβαιότητα στις κυβερνήσεις της περιοχής.

Σε αυτό το περιβάλλον, η Ευρωπαϊκή Ένωση επιχειρεί να επανατοποθετηθεί. Η Mercosur δεν είναι απλώς μια αγορά, αλλά ένας πολιτικός συνομιλητής. Για πολλές λατινοαμερικανικές χώρες, η συμφωνία με την Ε.Ε. προσφέρει μια εναλλακτική σχέση, βασισμένη σε κανόνες, νομικές δεσμεύσεις και θεσμική προβλεψιμότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Βραζιλιάνος πρόεδρος Λούλα χαρακτήρισε την έγκριση της συμφωνίας «ιστορική ημέρα για την πολυμέρεια».

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ενιαία. Η Mercosur είναι ένα ετερογενές μπλοκ. Στη Βραζιλία κυριαρχεί μια ρητορική πολυμερούς εξισορρόπησης, ενώ στην Αργεντινή ο πρόεδρος Χαβιέρ Μιλέι διατηρεί στενές σχέσεις με την Ουάσιγκτον και βλέπει τη συμφωνία κυρίως μέσα από το πρίσμα της απελευθέρωσης των αγορών. Αυτές οι εσωτερικές διαφοροποιήσεις καθιστούν τη Mercosur ταυτόχρονα ευκαιρία και πρόκληση για την Ευρώπη.

Νικητές και χαμένοι μιας συμφωνίας που αλλάζει ισορροπίες

Μεταξύ πολιτικής επιδεξιότητας και στρατηγικών απωλειών

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η συμφωνία ανέδειξε ξεκάθαρα πολιτικούς νικητές και ηττημένους. Η Ιταλίδα πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι κατόρθωσε να μετατρέψει την απειλή ευθυγράμμισης με τη γαλλική αντίθεση σε διαπραγματευτικό πλεονέκτημα. Εξασφάλισε πρόσθετες εγγυήσεις για τους Ιταλούς αγρότες και εμφανίστηκε, τελικά, ως υπεύθυνη ευρωπαία παίκτρια που στηρίζει μια στρατηγική επιλογή της Ένωσης.

Στον αντίποδα, ο Εμανουέλ Μακρόν βρέθηκε απομονωμένος. Η αποτυχία του να μπλοκάρει τη συμφωνία θα συνεχίσει να τον βαραίνει πολιτικά, ιδίως σε μια περίοδο που η γαλλική κοινωνία εμφανίζεται κουρασμένη από τις μεταρρυθμίσεις και ευαίσθητη σε ζητήματα αγροτικής ταυτότητας και διατροφικής κυριαρχίας. Η Mercosur προστέθηκε στον κατάλογο των συμβολικών ηττών ενός προέδρου που άλλοτε παρουσιαζόταν ως αδιαμφισβήτητος ηγέτης της Ευρώπης.

Σε επίπεδο μεγάλων δυνάμεων, η Κίνα δεν μπορεί να αγνοήσει τη συμφωνία. Παρότι παραμένει κυρίαρχος εμπορικός εταίρος στη Λατινική Αμερική, η ενίσχυση των ευρωπαϊκών εμπορικών και επενδυτικών δεσμών περιορίζει το περιθώριο αποκλειστικής επιρροής. Ταυτόχρονα, οι Ηνωμένες Πολιτείες βλέπουν την Ευρώπη να αποκτά μεγαλύτερο ρόλο σε μια περιοχή που η Ουάσιγκτον θεωρεί παραδοσιακά ζωτικής σημασίας.

Η Mercosur ως εργαλείο οικονομικής ασφάλειας

Γιατί οι εμπορικές συμφωνίες επιστρέφουν ως γεωπολιτικά εργαλεία

Η συμφωνία με τη Mercosur έρχεται να προστεθεί σε μια ευρύτερη ευρωπαϊκή προσπάθεια επαναπροσδιορισμού της εμπορικής πολιτικής. Όπως επισημαίνεται και στις πρόσφατες αναλύσεις ευρωπαϊκών κέντρων σκέψης, η Ε.Ε. μετακινείται από μια αντίληψη «ανοικτών αγορών πάση θυσία» σε μια πιο σύνθετη στρατηγική, όπου το εμπόριο υπηρετεί και στόχους ανθεκτικότητας, διαφοροποίησης και αποτροπής οικονομικού εξαναγκασμού.

Οι συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου δεν θεωρούνται πλέον πανάκεια. Δεν λύνουν από μόνες τους το πρόβλημα των κρίσιμων εξαρτήσεων, ιδίως σε τομείς όπως οι πρώτες ύλες, η τεχνολογία και η ενέργεια. Μπορούν όμως να συμβάλουν στη δημιουργία ενός πλέγματος σχέσεων που μειώνει τη μονομερή εξάρτηση και αυξάνει τα περιθώρια ελιγμών της Ευρώπης.

Η Mercosur εντάσσεται ακριβώς σε αυτή τη λογική. Προσφέρει πρόσβαση σε αγορές και πόρους, ενισχύει την ευρωπαϊκή παρουσία στον Παγκόσμιο Νότο και λειτουργεί συμπληρωματικά με άλλα εργαλεία, όπως οι ρήτρες κατά του οικονομικού εξαναγκασμού και η νέα ευρωπαϊκή προσέγγιση για τις κρίσιμες αλυσίδες αξίας. Δεν είναι τυχαίο ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αντιμετωπίζει τη συμφωνία ως μέρος ενός ευρύτερου πακέτου εξωτερικής οικονομικής πολιτικής.

Το πραγματικό διακύβευμα

Μπορεί η Ευρώπη να είναι ταυτόχρονα πράσινη, ανοιχτή και ισχυρή;

Στον πυρήνα της συζήτησης για τη Mercosur βρίσκεται ένα ερώτημα που υπερβαίνει κατά πολύ τα σύνορα της Λατινικής Αμερικής. Μπορεί η Ευρώπη να παραμείνει πιστή στις αξίες της, να υπερασπιστεί την περιβαλλοντική της ατζέντα και ταυτόχρονα να λειτουργήσει ως γεωπολιτικός δρων σε έναν κόσμο αυξανόμενου ανταγωνισμού;

Η συμφωνία ενσωματώνει όλες τις αντιφάσεις της σύγχρονης Ευρωπαϊκής Ένωσης. Από τη μία πλευρά, η φιλοδοξία να ηγηθεί της πράσινης μετάβασης και να προωθήσει υψηλά κοινωνικά και περιβαλλοντικά πρότυπα. Από την άλλη, η ανάγκη να διασφαλίσει πρόσβαση σε αγορές, πρώτες ύλες και στρατηγικούς εταίρους. Η Mercosur δεν επιλύει αυτή την αντίφαση. Την καθιστά, όμως, ορατή και αναπόφευκτη.

Η συμφωνία που δείχνει τι Ευρώπη θέλουμε – και τι κόσμο αποδεχόμαστε

Η έγκριση της συμφωνίας ΕΕ–Mercosur δεν σηματοδοτεί το τέλος της συζήτησης, αλλά την αρχή της. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, η εφαρμογή των περιβαλλοντικών ρητρών, οι αντιδράσεις των κοινωνιών και οι διεθνείς εξελίξεις θα καθορίσουν αν η συμφωνία θα καταγραφεί ως στρατηγική τομή ή ως χαμένη ευκαιρία.

Σε έναν κόσμο όπου οι σφαίρες επιρροής επιστρέφουν και ο οικονομικός εξαναγκασμός γίνεται καθημερινότητα, η Ευρώπη επέλεξε να απαντήσει με κανόνες, συμφωνίες και δύσκολους συμβιβασμούς. Το ερώτημα που μένει ανοιχτό δεν είναι αν η Mercosur έχει ρίσκα. Είναι αν η Ευρώπη είναι έτοιμη να αναλάβει την ευθύνη που συνεπάγεται η επιλογή της.

 

*Γράφει η Μαρωβήτα Νικολαϊδου, Επικοινωνιολόγος – Πολιτική Επιστήμονας, υπεύθυνη Επικοινωνίας και μέλος του Δ.Σ. της Ελληνικής Ένωσης για την Ομοσπονδία της Ευρώπης (ΕΕνΟΕ)

Πηγή: Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο Θρακικό Πρακτορείο Ειδήσεων στις 11 Ιανουαρίου 2026

EΕ – Mercosur: Η συμφωνία που διχάζει την Ευρώπη και αναδιατάσσει τον παγκόσμιο χάρτη ισχύος

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Κύλιση προς τα επάνω

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο